Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Πρόταση προστασίας του copyright και των εσόδων του ΑΜΠΕ


Από το συνάδελφο Κ. Θεοδωρακάκο λάβαμε και δημοσιεύουμε την πρότασή του για προστασία του copyright και των εσόδων του πρακτορείου:



Θέμα: Έσοδα ΑΜΠΕ. - Πρόταση για συζήτηση


Ένας απλός περιηγητής της καθημερινής ειδησεογραφίας θα διαπίστωνε με την πρώτη ματιά ότι οι περισσότερες από τις εθνικές ειδήσεις και πολλές από τις διεθνείς, επαναλαμβάνονται και συχνά, ιδιαίτερα στο διαδίκτυο, με την ίδια ακριβώς διατύπωση.
Αν ο περιηγητής αυτός είναι βιαστικός και κάπως επιπόλαιος, θα καταλήξει εύκολα στο συμπέρασμα, ότι υπάρχουν πολλές διαφορετικές πηγές που αλληλοκαλύπτονται. Αν επίσης δοκιμάσει «αναζήτηση» σε κάποιο από τα «ψαχτήρια» του διαδικτύου, προκειμένου να εντοπίσει την αρχική πηγή σε ελάχιστες περιπτώσεις θα δει το όνομα ΑΜΠΕ. Μπορεί λοιπόν να θεωρήσει ότι ένας φορέας αυτού του είδους δεν είναι αναγκαίος, όταν μάλιστα χρηματοδοτείται από το δημόσιο και κοστίζει πολλά.
Ένας τέτοιος περιηγητής είναι πιθανότατα ο συντάκτης της έκθεσης της «κοινοπραξίας συμβούλων του Δημοσίου «Planet Deloitte», που θα πρέπει να εκληφθεί κυρίως σαν έκθεση ιδεών πολλώ δε μάλλον, εφόσον ό ίδιος αποδέχεται, ότι δεν αποτελεί προϊόν μελέτης αλλά «υπόθεση εργασίας».
Η πραγματικότητα είναι βέβαια διαφορετική. Ένα σημαντικό μέρος της καθημερινής ειδησεογραφίας, προέρχεται, από την εργασία του πρακτορείου. Αυτό όμως δεν γίνεται αντιληπτό εξαιτίας της λογοκλοπής που υφίσταται το υλικό του εθνικού πρακτορείου. Επειδή μάλιστα η κλοπή γίνεται συνήθως στην πηγή ακόμη και η πρώτη ανάρτηση εμφανίζεται σαν είδηση κάποιου άλλου.
Όσο η κατάσταση αυτή δεν αλλάζει, θα απομένουν μόνο σχετικά αδύναμα επιχειρήματα, όπως το «όταν απεργούμε υπάρχει ένδεια στα ΜΜΕ».
Από την άλλη πλευρά είναι προφανές ότι ένας οργανισμός που εισπράττει μικρό μέρος των δαπανών του και χρηματοδοτείται από τον προϋπολογισμό, σε συνθήκες δημοσιονομικής κρίσης, θα βρίσκεται συνέχεια στο «στόχαστρο».
Το ΑΜΠΕ συμπεριλαμβάνεται στους προβληματικούς οργανισμούς, όχι γιατί «ονομάστηκε ΔΕΚΟ» αλλά εξαιτίας της σχέσης των δαπανών με τα έσοδα και της αντίστοιχης επιβάρυνσης του κρατικού προϋπολογισμού.
Έχει αναφερθεί, ότι το εθνικό πρακτορείο παρέχει υπηρεσίες προς οργανισμούς του δημοσίου που δεν τιμολογούνται. Η κοστολόγησή τους θα μπορούσε να δείξει σε πιο βαθμό η κρατική επιχορήγηση είναι «δικαιολογημένη».
Σε άλλες χώρες της Ευρώπης αυτό έχει συμβεί. Στην Ελβετία για παράδειγμα όπου , το εθνικό πρακτορείο (ATS / SDA) είναι ιδιωτικό το κράτος καλύπτει το 14% των δαπανών του έναντι υπηρεσιών που λαμβάνει.
Ακόμη και αν στην Ελλάδα εκτιμηθεί περισσότερο, είναι σημαντικό αλλά δεν φθάνει.
Θα μπορούσε επίσης να εκτιμηθεί στα πλαίσια μιας οικονομίας της αγοράς και η προστιθεμένη πολιτιστική αξία, εφόσον τα εθνικά πρακτορεία στην Ευρώπη έχουν μια ιστορία 50 ή 100 ή και 150 χρόνων.
Σύμφωνα με τη μελέτη των Boyd-Barrett και Rantanen «Ευρωπαϊκά και εθνικά πρακτορεία ειδήσεων» (2000), ο κύκλος εργασιών του ΑΠΕ ανερχόταν το 1999 στα 6,6 εκατ. ευρώ.
Ήταν μια καλή εποχή για τα παραδοσιακά ΜΜΕ και γενικότερα για την αγορά, ενώ το 40% της υψηλής τότε κρατικής δαπάνης διοχετεύονταν υποχρεωτικά στις εφημερίδες. (Νόμος Βενιζέλου)
Σήμερα τα πράγματα δεν είναι ρόδινα. Η κρατική διαφημιστική δαπάνη έχει σχεδόν μηδενιστεί ενώ η  ιδιωτική εμφανίζει πτώση της τάξεως του 70% από το 2009, οι κυκλοφορίες των εφημερίδων είναι καθοδικές, ενώ υπάρχουν πρόσθετες απώλειες όπως η κατάργηση της δημοσίευσης των ισολογισμών. Όλα αυτά οδηγούν τα εθνικά και περιφερειακά μέσα σε συρρίκνωση κάτι που συνεπάγεται απώλεια εσόδων για το πρακτορείο.
Σε αντίθεση με τα συμβατικά μέσα ενημέρωσης, οι νέες επενδύσεις και το ενδιαφέρον του κοινού στρέφονται προς το διαδίκτυο. Επίσης και σύμφωνα με τις περισσότερες μετρήσεις, η πλειοψηφία των χρηστών του internet, ενδιαφέρονται για ειδήσεις και γενικότερα για τα social media.
Παρ’ ότι στο χώρο του διαδικτύου η παραγωγή του εθνικού πρακτορείου καλύπτει τουλάχιστον το 70% του ενημερωτικού υλικού που δημοσιεύεται εκεί αυτό δεν του αποφέρει και τα ανάλογα έσοδα.
Στο ελληνικό Internet, σε ό,τι αφορά τα πνευματικά και συγγενικά δικαιώματα, επικρατεί γενικευμένη αναρχία κοντολογίς, «ο κλέψας του κλέψαντος», ή, κατά το κοινώς λεγόμενο, το «clopy/paste»
Εκατοντάδες sites και ειδησεογραφικά blogs (τα πιο γνωστά από τα 5.000 περίπου είναι ανώνυμα), λεηλατούν συστηματικά το πνευματικό προϊόν του πρακτορείου των εφημερίδων και άλλων δημοσίων και ιδιωτικών μέσων.
Το νομικό πλαίσιο παρουσιάζει κενά αλλά απαγορεύει και διώκει την λογοκλοπή.
Λογοκλοπή είναι η οικειοποίηση ενός έργου, ενός κειμένου, μιας ιδέας, μιας εικόνας, κλπ με παράνομο και ανήθικο τρόπο, χωρίς να γίνεται σχετική αναφορά στο δημιουργό, άσχετα αν υπάρχει ή όχι πρόθεση. Η αντιγραφή και επικόλληση κειμένου από έντυπη ή ηλεκτρονική πηγή, χωρίς χρήση εισαγωγικών και χωρίς παράθεση της πηγής ακόμη και η παράφραση προτάσεων από κείμενα χωρίς να αναφέρονται οι πηγές συνιστούν λογοκλοπή,
Πρόκειται για σοβαρό ποινικό αδίκημα και προβλέπονται ποινές που ξεκινούν από φυλάκιση 1-5 χρόνων για τις απλές παραβάσεις και φτάνουν μέχρι κάθειρξη 10 ετών ενώ επιβάλλονται και βαριά πρόστιμα.
Η πρόσφατη απόφαση (4658/2012) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αποτελεί σημαντικό βήμα. Το δικαστήριο, έκανε δεκτό το αίτημα οργανισμών συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων επί μουσικών και οπτικοακουστικών έργων και οι ελληνικές εταιρείες παροχής υπηρεσιών σύνδεσης στο διαδίκτυο υποχρεούνται πλέον, «να λάβουν τεχνολογικά μέτρα προκειμένου να καταστεί αδύνατη η πρόσβαση των συνδρομητών τους σε διαδικτυακές τοποθεσίες μέσω των οποίων πραγματοποιείται παράνομη παρουσίαση και ανταλλαγή έργων.
Με την απόφαση αυτή εφαρμόζεται για πρώτη φορά το άρθρο 64 Α του ν. 2121/1993, που ενσωματώνει πρόβλεψη Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη δυνατότητα λήψης ασφαλιστικών μέτρων κατά των διαμεσολαβητών (παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου), οι υπηρεσίες των οποίων χρησιμοποιούνται από τρίτο για την προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού ή συγγενικού δικαιώματος» http://news.in.gr/science-technology/article/?aid=1231196561
Η οδηγία βασίζεται στη συμφωνία της ACTA (Anti-Counterfeiting Trademark Agreement), που έχει υπογραφεί από 22 κράτη, ανάμεσα τους και η Ελλάδα, και ορίζει ως υπεύθυνους για τυχόν παραβιάσεις των πνευματικών δικαιωμάτων, τους ηλεκτρονικούς παρόχους, (ISP) δίνοντάς τους τη δυνατότητα να παρακολουθούν μέσω του δικτύου τους την δραστηριότητα των συνδρομητών τους.
Η Ελλάδα δεσμεύεται και από το άρθρο 61 της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (
GATT) του 1994 που ποινικοποιεί την κλοπή πνευματικών έργων για εμπορική χρήση.
Είναι όμως δύσκολο για τον κάθε φορέα ξεχωριστά, να αναλάβει το βάρος μιας δικαστικής ή διοικητικής διαδικασίας συχνά για διαφορετικές περιπτώσεις, ή να αποδείξει το αδίκημα ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που πρόκειται για κείμενα.
Στο διαδίκτυο, ευκολότερα αποδεικνύεται η πατρότητα ενός οπτικοακουστικού ή ψηφιακού αρχείου παρά ενός κειμένου από τη στιγμή μάλιστα που, κυρίως τα blogs, έχουν τη δυνατότητα να αλλάζουν την ημέρα και την ώρα της ανάρτησης.
Ένα τέτοιο έργο μπορεί να αναλάβει αποτελεσματικά ένας φορέας που εκπροσωπεί ταυτόχρονα πολλούς ενδιαφερόμενους.
Το πνευματικό δικαίωμα αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα και ο νόμος δίνει το δικαίωμα σε κάθε δημιουργό, να εκχωρήσει τη διαχείριση του περιουσιακού δικαιώματός του σε Οργανισμούς Συλλογικής Διαχείρισης, φυσικά ή νομικά πρόσωπα. (Ν.2121/1993).
Οι Οργανισμοί αυτοί εποπτεύονται από τον Οργανισμό Πνευματικής Ιδιοκτησίας, που με τη σειρά του εποπτεύεται από το υπουργείο Πολιτισμού.
Ένας από τους παλιότερους οργανισμούς, είναι η Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Πνευματικής Ιδιοκτησίας (ΑΕΠΙ), που ασχολείται κυρίως με την προστασία των μουσικών έργων. Η ΑΕΠΙ εκμεταλλεύτηκε τις ασάφειες του νόμου και επέκτεινε τη δράση της στο διαδίκτυο υπέρ των δημιουργών.
Σήμερα εισπράττει ως δικαιώματα από τα διάφορα sites ποσά, τα οποία δεδομένης της ποικιλίας των αδειών, κυμαίνονται από 1,5 έως και 12% επί των συνολικών εσόδων του κάθε διαδικτυακού τόπου.
Ο Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Έργων του Λόγου (ΟΣΔΕΛ), αποτελεί κοινό συνεταιρισμό συγγραφέων και εκδοτών και σκοπός του είναι «να εισπράττει και να διανέμει στους πνευματικούς δημιουργούς (συγγραφείς και εκδότες) έστω και ένα μέρος από αυτά που εκείνοι χάνουν από τους μη ελεγχόμενους σύγχρονους τρόπους αναπαραγωγής. Ο ΟΣΔΕΛ, «εισπράττει ποσά που αφορούν αμοιβές πνευματικών δικαιωμάτων και τα οποία δεν αποδίδονται στους δικαιούχους, λόγω αναπαραγωγής μέσω φωτοτυπιών, ηλεκτρονικών υπολογιστών κ.λ.π. Συγκεκριμένα, ο ΟΣΔΕΛ εισπράττει 4% της αξίας εισαγωγής φωτοτυπικών μηχανημάτων, χαρτιού κατάλληλου για φωτοτυπία, scanners και αποθηκευτικών μέσων χωρητικότητας κάτω των 100Mb»
Ακόμη, πανεπιστήμια όπως το Πάντειο και το Αριστοτέλειο, έχουν δημιουργήσει προχωρημένα λογισμικά κατάλληλα για εντοπισμό.
Ο ΟΣΔΕΛ αντιμετώπισε σε σημαντικό βαθμό την παράνομη αναπαραγωγή των έργων, υποβάλλοντας μηνύσεις και αγωγές κατά φωτοτυπικών καταστημάτων και εισπράττοντας από την πηγή κυρίως από την εισαγωγή χαρτιού.
Θα μπορούσε λοιπόν με τον ίδιο τρόπο το διαδίκτυο μπορεί να αποτελέσει πηγή εσόδων για τους ειδησεογραφικούς οργανισμούς.
Η συζήτηση αυτή άλλωστε έχει ξεκινήσει στην «καρδιά» της Ευρώπης.
Τον περασμένο Νοέμβριο, η καγκελάριος της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ, πρότεινε ένα σχέδιο νόμου για την επιβολή μιας εφάπαξ ετήσιας εισφοράς στις μηχανές αναζήτησης, υπέρ των εφημερίδων.
Η κ. Μέρκελ το προτείνει αυτό, για να στηρίξει τις εφημερίδες στη χώρα της, που αντιμετωπίζουν προβλήματα τη στιγμή που το υλικό τους αναπαράγεται στο διαδίκτυο.
Ένας πιθανός αντίλογος σε μια τέτοια ιδέα, είναι ότι οι γρήγορες συνδέσεις στη χώρα μας, κινούνται σε χαμηλά επίπεδα έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου (το 49% των νοικοκυριών έχει γρήγορη σύνδεση) και η επιβολή μιας τέτοιας εισφοράς θα αποτελούσε αντικίνητρο.
Αντίθετα, ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να συνδυαστεί με άλλα μέτρα ενίσχυσης της ψηφιακής οικονομίας που αναπτύσσεται δυναμικά ή να προβλεφθεί ότι μέρος της κρατικής διαφημιστικής δαπάνης θα κατευθύνεται προς τα site (gr) που τηρούν τις υποχρεώσεις τους.
Άλλωστε το μεγαλύτερο μέρος της κίνησης στο διαδίκτυο οφείλεται στο ειδησεογραφικό υλικό.
Στην Ελλάδα, μόνο το 12% όσων διαθέτουν γρήγορη σύνδεση κάνουν αγορές, έναντι του 40% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Από την άλλη μεριά, αυξάνεται ο αριθμός των επισκεπτών και μαζί η on line εγχώρια διαφημιστική δαπάνη (μέση ετήσια αύξηση 52% από το 2006).
Οι χρήστες μπορεί να είναι επιφυλακτικοί στις ηλεκτρονικές αγορές αλλά ενδιαφέρονται για ενημερωτικά sites blogs και για τα social media.
Στις ελληνικές μηχανές αναζήτησης πραγματοποιούνται ετησίως 140 εκατ. χτυπήματα. Σύμφωνα με την ADWEB, το inews.gr, από τους μεγαλύτερους aggregator ειδήσεων, δέχεται πάνω από 1.500.000 μοναδικούς επισκέπτες κάθε μήνα, που αναζητούν ειδήσεις μέσω κυρίως των μηχανών αναζήτησης.
Στις μηχανές αναζήτησης οφείλεται και το 50% του τζίρου των ηλεκτρονικών καταστημάτων.
Ο τζίρος αυτός στο τέλος του 2011 έφθανε τα 1,7 δισεκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με την ετήσια έρευνα του Εργαστηρίου Ηλεκτρονικού Εμπορίου (ELTRUN) του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Όπως αναφέρθηκε, κατά την παρουσίαση σχετικής μελέτης που έγινε πρόσφατα στο Μέγαρο Μουσικής, η συμβολή του Ίντερνετ στην ελληνική οικονομία, κατά το 2010, ήταν περίπου 2,7 δισ. ευρώ ή 1,2% του ΑΕΠ, κάτω από το 3,8% του ΑΕΠ που είναι ο αντίστοιχος κοινοτικός μέσος όρος.
Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, η εγχώρια διαδικτυακή οικονομία θα αυξηθεί με μέσο ετήσιο ρυθμό 6% και θα φθάσει τα 3,6 δισ. ευρώ ή 1,6% του ΑΕΠ το 2015. Εάν ληφθούν μέτρα ενίσχυσης της ψηφιακής οικονομίας, τότε υπάρχει δυνατότητα η μέση ετήσια αύξηση να φθάσει το 19% και, έτσι, το 2015 η συμβολή του διαδικτύου να διαμορφωθεί στο 2,9% του ΑΕΠ της χώρας μας, προσθέτοντας ακόμα 2,9 δισ. ευρώ σε αυτό.
Σημαντικά είναι τα κέρδη, και στην αγορά των «έξυπνων» κινητών τηλεφώνων που παρέχουν και ειδησεογραφικό υλικό στους χρήστες. Σύμφωνα με τον δείκτη E-Intensity της BCG η διείσδυση της τεχνολογίας αυτής στην Ελλάδα, φθάνει στο 30%, έναντι 36% του κοινοτικού μέσου όρου, ενώ η Ελλάδα κατατάσσεται 30ή μεταξύ των 34 χωρών του ΟΟΣΑ.
Ένα επιχείρημα που εμφανίζεται όπου ανοίγει τέτοια συζήτηση, είναι ότι η επιβολή «εμποδίων», όπως η ειδική εισφορά, αποτελεί περιορισμό της ελευθερίας του λόγου.
Αντίθετα. Η καταχρηστική συμπεριφορά είναι εκείνη που παραβιάζει την ελευθερία του λόγου.
Οι μηχανές αναζήτησης στην Ελλάδα, έχουν άμεσα κέρδη από τη φιλοξενία ενημερωτικού υλικού, υλικό που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι κλεμμένο.
Η ελληνική yahoo για παράδειγμα, φιλοξενεί στην κεντρική της σελίδα καθημερινά ειδήσεις από 4 sites, χωρίς να εξετάζει αν έχουν καταβληθεί δικαιώματα..
Η Google, παρέχει πλατφόρμα σε εκατοντάδες ανώνυμα ειδησεογραφικά blogs που επιδίδονται σε συστηματική πειρατεία.
Οι μηχανές κερδίζουν και από τη διαφήμιση που αυξάνεται όσο αυξάνονται και τα «χτυπήματα», ή από τις διαφημίσεις που καταχωρούν οι ίδιες μέσα στα blogs.
Σαν συμπέρασμα μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο συνδυασμός της υποχρέωσης των παρόχων να απαγορεύουν την πρόσβαση σε πειρατικό υλικό, με την ύπαρξη ενός οργανισμού επιτήρησης και εισπράξεων, μαζί με την επιβολή ειδικής εισφοράς μπορεί να αποτελέσει σημαντική πηγή εσόδων για το ΑΜΠΕ και τις ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης.
Για το που μπορεί να φθάσουν τα έσοδα αυτά χρειάζεται περισσότερη μελέτη δεν αποκλείεται όμως να οδηγούν -και αυτά- στην είσοδο της εξόδου από το σκοτεινό θάλαμο της επιτήρησης.
Μια τέτοια πρόταση θα μπορούσε να υποστηριχθεί από τις δημοσιογραφικές ενώσεις εφόσον συντελεί στη διατήρηση των θέσεων εργασίας αλλά και από τις ενώσεις ιδιοκτητών των εφημερίδων. Θα μπορούσε επίσης να αναληφθεί από τους φορείς, η πρωτοβουλία μιας καμπάνιας κατά της λογοκλοπής, με στόχο την ηθική απαξίωση της πράξης.
Όλα αυτά αποτελούν απλά σκέψεις που χρειάζονται επεξεργασία και εμβάθυνση αν πρόκειται να αποτελέσουν «πρόταση»
Καθώς είμαστε αντιμέτωποι με νέες προκλήσεις ίσως είναι χρήσιμο, να συνδυάσουμε την «παραδοσιακή» μέθοδο του «διαφωνούμε με “αυτό” και θα αγωνιστούμε σκληρά εναντίον του» με το «προτείνουμε “αυτό” και θα δουλέψουμε για να πετύχει».

Κ. Θεοδωρακάκος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου